τέρψη
•
- ευχαρίστηση, ηδονή, διασκέδαση, ψυχαγωγία Βικιλεξικό
- Η σιωπή και το γέλιο μιας κοπέλας / Η ξανθή μοναξιά του τοπίου / Η γλυκύτατη πείρα η δόξα η τέρψη / Του ήλιου που μεσουρανεί
Ετυμολογία
τέρψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέρ(ψις) + -ψη < τέρπ(ω) + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τέρψη | τέρψεις |
| Γενική | τέρψης | τέρψεων |
| Αιτιατική | τέρψη | τέρψεις |
| Κλητική | τέρψη | τέρψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →