Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταμειακός

/ta.mi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ταμείο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
  2. ουσιαστικοποιημένουπάλληλος που δουλεύει στο ταμείο ή κρατάει το ταμείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταμειακός < (ελληνιστική κοινή) (/ ταμιακός) < ταμεῖον < αρχαία ελληνική ταμιεῖον < ταμίας < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμειακόςταμειακήταμειακό
Γενικήταμειακούταμειακήςταμειακού
Αιτιατικήταμειακόταμειακήταμειακό
Κλητικήταμειακέταμειακήταμειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταμειακοίταμειακέςταμειακά
Γενικήταμειακώνταμειακώνταμειακών
Αιτιατικήταμειακούςταμειακέςταμειακά
Κλητικήταμειακοίταμειακέςταμειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →