ταμείο
•
- συρτάρι ή κουτί (με ειδική διαρρύθμιση), όπου φυλάγονται τα χρήματα από τις εισπράξεις Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτα χρήματα που υπάρχουν στο ταμείο ή που φυλάσσει ο ταμίας Βικιλεξικό
- Το 'σκασε με το ταμείο· έκαναν φτερά όλα τα λεφτά, μέχρι την τελευταία δεκάρα.
- ειδικό γκισέ, θυρίδα ή γραφείο, όπου γίνονται οικονομικές συναλλαγές Βικιλεξικό
- δημόσια υπηρεσία που έχει σαν αρμοδιότητα την είσπραξη χρημάτων Βικιλεξικό
- οικονομίαοργανισμός ασφάλισης εργαζομένων Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος ή οργανισμός που μαζεύει κάτι υλικό ή πνευματικό, που αποθησαυρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταμείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταμεῖον < αρχαία ελληνική ταμιεῖον < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταμείο | ταμεία |
| Γενική | ταμείου | ταμείων |
| Αιτιατική | ταμείο | ταμεία |
| Κλητική | ταμείο | ταμεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →