ταξιδεύω
•
- πηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ. Βικιλεξικό
- στις διακοπές ταξίδεψα στην Ελβετία
- εργάζομαι ως ναυτικός Βικιλεξικό
- ταξίδευε όλη του τη ζωή
- κάνω δρομολόγιο Βικιλεξικό
- το πλοίο θα ταξιδέψει στην άγονη γραμμή
- μεταφορικάαφαιρούμαι, χάνομαι στις σκέψεις μου, ονειροπολώ Βικιλεξικό
- πού ταξιδεύεις; δε με προσέχεις καθόλου
- μεταφορικάκάνω κάποιον να μεταφέρει τη σκέψη του αλλού Βικιλεξικό
- το νέο της μυθιστόρημα μας ταξιδεύει σε μια μεσαιωνική πολή
Ετυμολογία
ταξιδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ταξιδεύω < ταξίδ(ι) + -εύω
Άλλοι τύποι
ταξίδεψαταξιδεμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →