ταξινομώ
•
- τακτοποιώ κάποια πράγματα σε μία σειρά βάσει κάποιων χαρακτηριστικών τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταξινομώ, ήδη το 1873 < ταξι- + -νομώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική classifier) Μορφολογικά αναλύεται σε ταξινόμ(ος) + -ώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταξινομώ | ταξινομείς | ταξινομεί | ταξινομούμε | ταξινομείτε | ταξινομούν / ταξινομούνε |
| Παρατατικός | ταξινομούσα | ταξινομούσες | ταξινομούσε | ταξινομούσαμε | ταξινομούσατε | ταξινομούσαν / ταξινομούσανε |
| Αόριστος | ταξινόμησα | ταξινόμησες | ταξινόμησε | ταξινομήσαμε | ταξινομήσατε | ταξινομήσαν / ταξινομήσανε / ταξινόμησαν |
| Μέλλοντας | θα ταξινομήσω / θα ταξινομώ | θα ταξινομήσεις / θα ταξινομείς | θα ταξινομήσει / θα ταξινομεί | θα ταξινομήσουμε / θα ταξινομούμε | θα ταξινομήσετε / θα ταξινομείτε | θα ταξινομήσουν / θα ταξινομήσουνε / θα ταξινομούν / θα ταξινομούνε |
| Παρακείμενος | έχω ταξινομήσει | έχεις ταξινομήσει | έχει ταξινομήσει | έχουμε ταξινομήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταξινομήσει | είχες ταξινομήσει | είχε ταξινομήσει | είχαμε ταξινομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταξινομήσει / να ταξινομήσω / να ταξινομώ | να έχεις ταξινομήσει / να ταξινομήσεις / να ταξινομείς | να έχει ταξινομήσει / να ταξινομήσει / να ταξινομεί | να έχουμε ταξινομήσει / να ταξινομήσουμε / να ταξινομούμε | να ταξινομήσετε / να ταξινομείτε | να ταξινομήσουν / να ταξινομήσουνε / να ταξινομούν / να ταξινομούνε |
| Προστακτική | — | ταξινόμησε | — | — | ταξινομήστε / ταξινομείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ταξινομήθηκαταξινομούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →