ταπεινοσύνη
•
- συνώνυμο του ταπεινότητα Βικιλεξικό
- Τὴ δύναμη βαστᾶ σμικτὰ μὲ τὴν ταπεινοσύνη. (Γ. Χορτάτσης, Πανώρια, Αφιέρωση, στίχος 29)
Ετυμολογία
ταπεινοσύνη < ταπειν(ός) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταπεινοσύνη | ταπεινοσύνες |
| Γενική | ταπεινοσύνης | ταπεινοσυνών |
| Αιτιατική | ταπεινοσύνη | ταπεινοσύνες |
| Κλητική | ταπεινοσύνη | ταπεινοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →