Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταρίφα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χρονοχρέωση Βικιλεξικό
    • Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
  2. τιμολόγιο, διατίμηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταρίφα < ιταλικά tariffa < αραβικά تَعْرِفَة (taʕrifa)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταρίφαταρίφες
Γενικήταρίφαςταριφών
Αιτιατικήταρίφαταρίφες
Κλητικήταρίφαταρίφες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →