ταραντούλα
•
- έντομοαράχνη του είδους Lycosa tarentula της οικογένειας των λυκωσιδών (Lycosidae) ή της οικογένειας Theraphosidae, συνήθως -ελαφρά- δηλητηριώδης και με χαρακτηριστικά μεγάλο -για αράχνες- μέγεθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταραντούλα < μεσαιωνική λατινική tarantula < παλαιοϊταλική tarantola < Taras < αρχαία ελληνική Τάρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταραντούλα | ταραντούλες |
| Γενική | ταραντούλας | ταραντουλών |
| Αιτιατική | ταραντούλα | ταραντούλες |
| Κλητική | ταραντούλα | ταραντούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →