Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταραχή

/ta.ɾaˈçi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση Βικιλεξικό
    • Φοβάται μήπως διασταυρωθούν τα βλέμματά μας και τα χάσει από την ταραχή. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, 2006, σελ. 13)
    • Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων Βικιλεξικό
  3. βίαιη ανακίνηση Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοθόρυβος Βικιλεξικό
  5. στον πληθυντικόταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταραχή < αρχαία ελληνική ταραχή < ταράσσω / ταράττω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταραχήταραχές
Γενικήταραχήςταραχών
Αιτιατικήταραχήταραχές
Κλητικήταραχήταραχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →