ταυρομάχος
•
- επάγγελμαστις ταυρομαχίες, αυτός που αγωνίζεται απέναντι σε ταύρους Βικιλεξικό
- στις ταυρομαχίες, αυτός που θανατώνει τον ταύρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυρομάχος (μαρτυρείται από το 1871) < ταυρομαχ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) < ταῦρος + -μαχία (< μάχομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυρομάχος | ταυρομάχοι |
| Γενική | ταυρομάχου | ταυρομάχων |
| Αιτιατική | ταυρομάχο | ταυρομάχους |
| Κλητική | ταυρομάχε | ταυρομάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →