ταυρομαχία
•
- το θέαμα κατά το οποίο μία ομάδα ταυρομάχων αντιμετωπίζει έναν ταύρο σε κλειστή αρένα και τελικά τον σκοτώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυρομαχία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταυρομαχία. Συγχρονικά αναλύεται σε ταύρ(ος) + -ο- + -μαχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυρομαχία | ταυρομαχίες |
| Γενική | ταυρομαχίας | ταυρομαχιών |
| Αιτιατική | ταυρομαχία | ταυρομαχίες |
| Κλητική | ταυρομαχία | ταυρομαχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →