ταυτίζω
•
- θεωρώ κάποιον ή κάτι ισότιμο ή ισάξιο με κάποιον άλλον ή κάτι Βικιλεξικό
- πιστοποιώ την ταυτότητα κάποιου ατόμου ή πράγματος, εξακριβώνω την πραγματική φύση ή ιδιότητά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ταυτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ταυτίζω | ταυτίζεις | ταυτίζει | ταυτίζουμε | ταυτίζετε | ταυτίζουν / ταυτίζουνε |
| Παρατατικός | ταύτιζα | ταύτιζες | ταύτιζε | ταυτίζαμε | ταυτίζατε | ταυτίζαν / ταυτίζανε / ταύτιζαν |
| Αόριστος | ταύτισα | ταύτισες | ταύτισε | ταυτίσαμε | ταυτίσατε | ταυτίσαν / ταυτίσανε / ταύτισαν |
| Μέλλοντας | θα ταυτίζω / θα ταυτίσω | θα ταυτίζεις / θα ταυτίσεις | θα ταυτίζει / θα ταυτίσει | θα ταυτίζουμε / θα ταυτίσουμε | θα ταυτίζετε / θα ταυτίσετε | θα ταυτίζουν / θα ταυτίζουνε / θα ταυτίσουν / θα ταυτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ταυτίσει | έχεις ταυτίσει | έχει ταυτίσει | έχουμε ταυτίσει | έχετε ταυτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ταυτίσει | είχες ταυτίσει | είχε ταυτίσει | είχαμε ταυτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ταυτίσει / να ταυτίζω / να ταυτίσω | να έχεις ταυτίσει / να ταυτίζεις / να ταυτίσεις | να έχει ταυτίσει / να ταυτίζει / να ταυτίσει | να έχουμε ταυτίσει / να ταυτίζουμε / να ταυτίσουμε | να έχετε ταυτίσει / να ταυτίζετε / να ταυτίσετε | να ταυτίζουν / να ταυτίζουνε / να ταυτίσουν / να ταυτίσουνε |
| Προστακτική | — | ταύτιζε / ταύτισε | — | — | ταυτίζετε / ταυτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →