ταυτοπροσωπία
•
- το σύνολο των ιδιοτήτων η χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν κάποιο μέλος ενός συνόλου από τα υπόλοιπα και προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου Βικιλεξικό
- γραμματικήτο συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το ρήμα και το απαρέμφατο που εξαρτάται απ’ αυτό έχουν το ίδιο υποκείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτοπροσωπία < ταυτο- + πρόσωπο + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυτοπροσωπία | ταυτοπροσωπίες |
| Γενική | ταυτοπροσωπίας | ταυτοπροσωπιών |
| Αιτιατική | ταυτοπροσωπία | ταυτοπροσωπίες |
| Κλητική | ταυτοπροσωπία | ταυτοπροσωπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →