Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταυτοπροσωπία

/ta.fto.pɾo.soˈpi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σύνολο των ιδιοτήτων η χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν κάποιο μέλος ενός συνόλου από τα υπόλοιπα και προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου Βικιλεξικό
  2. γραμματικήτο συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το ρήμα και το απαρέμφατο που εξαρτάται απ’ αυτό έχουν το ίδιο υποκείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταυτοπροσωπία < ταυτο- + πρόσωπο + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταυτοπροσωπίαταυτοπροσωπίες
Γενικήταυτοπροσωπίαςταυτοπροσωπιών
Αιτιατικήταυτοπροσωπίαταυτοπροσωπίες
Κλητικήταυτοπροσωπίαταυτοπροσωπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →