ταυτοτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με την ταυτότητα κάποιου, την διάκρισή του από άλλα όμοια, την αναγνώριση βάσει μοναδικών χαρακτηριστικών Βικιλεξικό
- μαθηματικάπου αφορά συνάρτηση, εξίσωση κ.λπ. που οι εισαγόμενοι και εξακόμενοι όροι έχουν την ίδια τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταυτοτικός < ταυτότητα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική identical. Μαθηματικά: (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική identity (function))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυτοτικός | ταυτοτική | ταυτοτικό |
| Γενική | ταυτοτικού | ταυτοτικής | ταυτοτικού |
| Αιτιατική | ταυτοτικό | ταυτοτική | ταυτοτικό |
| Κλητική | ταυτοτικέ | ταυτοτική | ταυτοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταυτοτικοί | ταυτοτικές | ταυτοτικά |
| Γενική | ταυτοτικών | ταυτοτικών | ταυτοτικών |
| Αιτιατική | ταυτοτικούς | ταυτοτικές | ταυτοτικά |
| Κλητική | ταυτοτικοί | ταυτοτικές | ταυτοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →