ταχυδακτυλουργία
•
- το να είναι κάποιος ταχυδακτυλουργός Βικιλεξικό
- μεταφορικάπονηριά και απάτη που χρησιμοποιούνται για ιδιοτελείς σκοπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχυδακτυλουργία (μαρτυρείται από το 1872) < ταχυδακτυλουργ(ός) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε ταχυ- + δάκτυλ(ο) + -ουργία (< → δείτε τη λέξη ἔργον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχυδακτυλουργία | ταχυδακτυλουργίες |
| Γενική | ταχυδακτυλουργίας | ταχυδακτυλουργιών |
| Αιτιατική | ταχυδακτυλουργία | ταχυδακτυλουργίες |
| Κλητική | ταχυδακτυλουργία | ταχυδακτυλουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →