ταχυδακτυλουργός
•
- επάγγελμαπου με επιδέξιες κινήσεις των δακτύλων μετακινεί, εξαφανίζει ή εμφανίζει αντικείμενα ή έμψυχα όντα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου εξαπατά τους άλλους με δόλους ή τεχνάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχυδακτυλουργός < ταχυ- + δάκτυλ(ο) + -ουργός (< αρχαία ελληνική -ουργός < ἔργον) και μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prestidigitateur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχυδακτυλουργός | ταχυδακτυλουργοί |
| Γενική | ταχυδακτυλουργού | ταχυδακτυλουργών |
| Αιτιατική | ταχυδακτυλουργό | ταχυδακτυλουργούς |
| Κλητική | ταχυδακτυλουργέ | ταχυδακτυλουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →