ταχυδακτυλουργικός
•
- που έχει σχέση με τον ταχυδακτυλουργό ή την ταχυδακτυλουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ταχυδακτυλουργικός < ταχυδακτυλουργ(ός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχυδακτυλουργικός | ταχυδακτυλουργική | ταχυδακτυλουργικό |
| Γενική | ταχυδακτυλουργικού | ταχυδακτυλουργικής | ταχυδακτυλουργικού |
| Αιτιατική | ταχυδακτυλουργικό | ταχυδακτυλουργική | ταχυδακτυλουργικό |
| Κλητική | ταχυδακτυλουργικέ | ταχυδακτυλουργική | ταχυδακτυλουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ταχυδακτυλουργικοί | ταχυδακτυλουργικές | ταχυδακτυλουργικά |
| Γενική | ταχυδακτυλουργικών | ταχυδακτυλουργικών | ταχυδακτυλουργικών |
| Αιτιατική | ταχυδακτυλουργικούς | ταχυδακτυλουργικές | ταχυδακτυλουργικά |
| Κλητική | ταχυδακτυλουργικοί | ταχυδακτυλουργικές | ταχυδακτυλουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →