Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχυδακτυλουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ταχυδακτυλουργό ή την ταχυδακτυλουργία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ταχυδακτυλουργικός < ταχυδακτυλουργ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχυδακτυλουργικόςταχυδακτυλουργικήταχυδακτυλουργικό
Γενικήταχυδακτυλουργικούταχυδακτυλουργικήςταχυδακτυλουργικού
Αιτιατικήταχυδακτυλουργικόταχυδακτυλουργικήταχυδακτυλουργικό
Κλητικήταχυδακτυλουργικέταχυδακτυλουργικήταχυδακτυλουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήταχυδακτυλουργικοίταχυδακτυλουργικέςταχυδακτυλουργικά
Γενικήταχυδακτυλουργικώνταχυδακτυλουργικώνταχυδακτυλουργικών
Αιτιατικήταχυδακτυλουργικούςταχυδακτυλουργικέςταχυδακτυλουργικά
Κλητικήταχυδακτυλουργικοίταχυδακτυλουργικέςταχυδακτυλουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →