Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ταχυφαγία

/ta.çi.faˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαη κατανάλωση γρήγορου φαγητού, φαγητού που παρασκευάζεται σε ταχυφαγεία Βικιλεξικό
    • Η μελέτη διερεύνησε τις επιπτώσεις των γευμάτων ταχυφαγίας στο αναπαραγωγικό σύστημα γυναικών με πολυκυστικές ωοθήκες. Το γρήγορο φαγητό εκκρίνει γλυκοτοξίνες, οι οποίες απορροφούνται από το έντερο και επηρεάζουν τον μεταβολισμό, όπως και τα αγγεία. (kathimerini.gr)

Ετυμολογία

ταχυφαγία (νεολογισμός) < ταχυφαγείο, ταχυ- + -φαγία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήταχυφαγίαταχυφαγίες
Γενικήταχυφαγίαςταχυφαγιών
Αιτιατικήταχυφαγίαταχυφαγίες
Κλητικήταχυφαγίαταχυφαγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →