Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεκμηριωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στην τεκμηρίωση, έχει σχέση με την τεκμηρίωση ή τα τεκμήρια ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τεκμηριωτικός < τεκμηριώνω + -τικός < τεκμήριο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεκμηριωτικόςτεκμηριωτικήτεκμηριωτικό
Γενικήτεκμηριωτικούτεκμηριωτικήςτεκμηριωτικού
Αιτιατικήτεκμηριωτικότεκμηριωτικήτεκμηριωτικό
Κλητικήτεκμηριωτικέτεκμηριωτικήτεκμηριωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεκμηριωτικοίτεκμηριωτικέςτεκμηριωτικά
Γενικήτεκμηριωτικώντεκμηριωτικώντεκμηριωτικών
Αιτιατικήτεκμηριωτικούςτεκμηριωτικέςτεκμηριωτικά
Κλητικήτεκμηριωτικοίτεκμηριωτικέςτεκμηριωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →