τεκμηριωτικός
•
- που συμβάλλει στην τεκμηρίωση, έχει σχέση με την τεκμηρίωση ή τα τεκμήρια ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεκμηριωτικός < τεκμηριώνω + -τικός < τεκμήριο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκμηριωτικός | τεκμηριωτική | τεκμηριωτικό |
| Γενική | τεκμηριωτικού | τεκμηριωτικής | τεκμηριωτικού |
| Αιτιατική | τεκμηριωτικό | τεκμηριωτική | τεκμηριωτικό |
| Κλητική | τεκμηριωτικέ | τεκμηριωτική | τεκμηριωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τεκμηριωτικοί | τεκμηριωτικές | τεκμηριωτικά |
| Γενική | τεκμηριωτικών | τεκμηριωτικών | τεκμηριωτικών |
| Αιτιατική | τεκμηριωτικούς | τεκμηριωτικές | τεκμηριωτικά |
| Κλητική | τεκμηριωτικοί | τεκμηριωτικές | τεκμηριωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →