τεμπελιάζω
•
- φέρομαι τεμπέλικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τεμπελιάζω < τεμπέλ(ης) + -ιάζω < τουρκική tembel < περσική تنبل (tambal: τεμπέλης, νωθρός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τεμπελιάζω | τεμπελιάζεις | τεμπελιάζει | τεμπελιάζουμε | τεμπελιάζετε | τεμπελιάζουν / τεμπελιάζουνε |
| Παρατατικός | τεμπέλιαζα | τεμπέλιαζες | τεμπέλιαζε | τεμπελιάζαμε | τεμπελιάζατε | τεμπέλιαζαν / τεμπελιάζαν / τεμπελιάζανε |
| Αόριστος | τεμπέλιασα | τεμπέλιασες | τεμπέλιασε | τεμπελιάσαμε | τεμπελιάσατε | τεμπέλιασαν / τεμπελιάσαν / τεμπελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα τεμπελιάζω / θα τεμπελιάσω | θα τεμπελιάζεις / θα τεμπελιάσεις | θα τεμπελιάζει / θα τεμπελιάσει | θα τεμπελιάζουμε / θα τεμπελιάσουμε | θα τεμπελιάζετε / θα τεμπελιάσετε | θα τεμπελιάζουν / θα τεμπελιάζουνε / θα τεμπελιάσουν / θα τεμπελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τεμπελιάσει | έχεις τεμπελιάσει | έχει τεμπελιάσει | έχουμε τεμπελιάσει | έχετε τεμπελιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τεμπελιάσει | είχες τεμπελιάσει | είχε τεμπελιάσει | είχαμε τεμπελιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τεμπελιάσει / να τεμπελιάζω / να τεμπελιάσω | να έχεις τεμπελιάσει / να τεμπελιάζεις / να τεμπελιάσεις | να έχει τεμπελιάσει / να τεμπελιάζει / να τεμπελιάσει | να έχουμε τεμπελιάσει / να τεμπελιάζουμε / να τεμπελιάσουμε | να έχετε τεμπελιάσει / να τεμπελιάζετε / να τεμπελιάσετε | να τεμπελιάζουν / να τεμπελιάζουνε / να τεμπελιάσουν / να τεμπελιάσουνε |
| Προστακτική | — | τεμπέλιαζε / τεμπέλιασε | — | — | τεμπελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τεμπελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →