Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερατογόνος

/te.ɾa.toˈɣo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που γεννάει, παράγει τέρατα Βικιλεξικό
  2. ουσία, παράγοντας που ενοχοποιείται για πρόκληση τερατογένεσης, δηλαδή που όταν εκτίθεται σε αυτόν ο μητρικός οργανισμός στην περίοδο της κύησης, τότε επηρεάζεται δυσμενώς το κύημα και μπορεί εκείνο να παρουσιάσει οργανικές ανωμαλίες Βικιλεξικό
    • τερατογόνα φάρμακα / έχει τερατογόνα δράση

Ετυμολογία

τερατογόνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τερατογόνος. Συγχρονικά αναλύεται σε τερατο- + -γόνος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατογόνοςτερατογόνα / τερατογόνοςτερατογόνο
Γενικήτερατογόνουτερατογόνας / τερατογόνουτερατογόνου
Αιτιατικήτερατογόνοτερατογόνα / τερατογόνοτερατογόνο
Κλητικήτερατογόνετερατογόνα / τερατογόνετερατογόνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατογόνοιτερατογόνες / τερατογόνοιτερατογόνα
Γενικήτερατογόνωντερατογόνωντερατογόνων
Αιτιατικήτερατογόνουςτερατογόνες / τερατογόνουςτερατογόνα
Κλητικήτερατογόνοιτερατογόνες / τερατογόνοιτερατογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →