τερατογόνος
•
- αυτός που γεννάει, παράγει τέρατα Βικιλεξικό
- ουσία, παράγοντας που ενοχοποιείται για πρόκληση τερατογένεσης, δηλαδή που όταν εκτίθεται σε αυτόν ο μητρικός οργανισμός στην περίοδο της κύησης, τότε επηρεάζεται δυσμενώς το κύημα και μπορεί εκείνο να παρουσιάσει οργανικές ανωμαλίες Βικιλεξικό
- τερατογόνα φάρμακα / έχει τερατογόνα δράση
Ετυμολογία
τερατογόνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τερατογόνος. Συγχρονικά αναλύεται σε τερατο- + -γόνος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατογόνος | τερατογόνα / τερατογόνος | τερατογόνο |
| Γενική | τερατογόνου | τερατογόνας / τερατογόνου | τερατογόνου |
| Αιτιατική | τερατογόνο | τερατογόνα / τερατογόνο | τερατογόνο |
| Κλητική | τερατογόνε | τερατογόνα / τερατογόνε | τερατογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τερατογόνοι | τερατογόνες / τερατογόνοι | τερατογόνα |
| Γενική | τερατογόνων | τερατογόνων | τερατογόνων |
| Αιτιατική | τερατογόνους | τερατογόνες / τερατογόνους | τερατογόνα |
| Κλητική | τερατογόνοι | τερατογόνες / τερατογόνοι | τερατογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →