Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τερατόμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι όμοιος με τέρας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκακάσχημος, πανάσχημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τερατόμορφος < ελληνιστική κοινή τερατόμορφος < αρχαία ελληνική τέρας + μορφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατόμορφοςτερατόμορφητερατόμορφο
Γενικήτερατόμορφουτερατόμορφηςτερατόμορφου
Αιτιατικήτερατόμορφοτερατόμορφητερατόμορφο
Κλητικήτερατόμορφετερατόμορφητερατόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτερατόμορφοιτερατόμορφεςτερατόμορφα
Γενικήτερατόμορφωντερατόμορφωντερατόμορφων
Αιτιατικήτερατόμορφουςτερατόμορφεςτερατόμορφα
Κλητικήτερατόμορφοιτερατόμορφεςτερατόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →