Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τεχνικοεπισκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπου έχει σχέση με την συντήρηση και την αποκατάσταση βλαβών και απαιτείται συνδυασμός τεχνικών εργασιών και επισκευών Βικιλεξικό
    • «Κατά την έναρξη της θερινής περιόδου, είχε ήδη ολοκληρωθεί ο προβλεπόμενος και απαραίτητος έλεγχος συντήρησης κλιματισμού του συνόλου των συρμών. Οι εργαζόμενοι στην τεχνικοεπισκευαστική βάση της Γραμμής 1 καταβάλλουν καθημερινά υπερπροσπάθεια, υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες, προκειμένου οι όποιες βλάβες ανακύπτουν, να αποκαθίστανται το συντομότερο δυνατό και οι συρμοί να επανεντάσσονται στην κυκλοφορία» επισημαίνει η διοίκηση της ΣΤΑΣΥ.
    • Όταν ο οδηγός ενημέρωσε για τη βλάβη, δόθηκε εντολή απόσυρσης του συρμού στην τεχνικοεπισκευαστική βάση του Πειραιά.

Ετυμολογία

τεχνικοεπισκευαστικός < τεχνικ(ός) + -ο- + επισκευαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνικοεπισκευαστικόςτεχνικοεπισκευαστικήτεχνικοεπισκευαστικό
Γενικήτεχνικοεπισκευαστικούτεχνικοεπισκευαστικήςτεχνικοεπισκευαστικού
Αιτιατικήτεχνικοεπισκευαστικότεχνικοεπισκευαστικήτεχνικοεπισκευαστικό
Κλητικήτεχνικοεπισκευαστικέτεχνικοεπισκευαστικήτεχνικοεπισκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτεχνικοεπισκευαστικοίτεχνικοεπισκευαστικέςτεχνικοεπισκευαστικά
Γενικήτεχνικοεπισκευαστικώντεχνικοεπισκευαστικώντεχνικοεπισκευαστικών
Αιτιατικήτεχνικοεπισκευαστικούςτεχνικοεπισκευαστικέςτεχνικοεπισκευαστικά
Κλητικήτεχνικοεπισκευαστικοίτεχνικοεπισκευαστικέςτεχνικοεπισκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →