Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επισκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισκευαστικός < επισκευάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισκευαστικόςεπισκευαστικήεπισκευαστικό
Γενικήεπισκευαστικούεπισκευαστικήςεπισκευαστικού
Αιτιατικήεπισκευαστικόεπισκευαστικήεπισκευαστικό
Κλητικήεπισκευαστικέεπισκευαστικήεπισκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισκευαστικοίεπισκευαστικέςεπισκευαστικά
Γενικήεπισκευαστικώνεπισκευαστικώνεπισκευαστικών
Αιτιατικήεπισκευαστικούςεπισκευαστικέςεπισκευαστικά
Κλητικήεπισκευαστικοίεπισκευαστικέςεπισκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →