επισκευαστικός
•
- που έχει σχέση με την επισκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκευαστικός < επισκευάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισκευαστικός | επισκευαστική | επισκευαστικό |
| Γενική | επισκευαστικού | επισκευαστικής | επισκευαστικού |
| Αιτιατική | επισκευαστικό | επισκευαστική | επισκευαστικό |
| Κλητική | επισκευαστικέ | επισκευαστική | επισκευαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισκευαστικοί | επισκευαστικές | επισκευαστικά |
| Γενική | επισκευαστικών | επισκευαστικών | επισκευαστικών |
| Αιτιατική | επισκευαστικούς | επισκευαστικές | επισκευαστικά |
| Κλητική | επισκευαστικοί | επισκευαστικές | επισκευαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →