τζάκι
•
- η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο τμήμα του τζακιού που περιβάλλει το χώρο όπου καίει η φωτιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αρχοντική, σημαντική οικογένεια, ευγενική καταγωγή Βικιλεξικό
- Aυτή που βλέπεις είναι από μεγάλο τζάκι της περιοχής, αλλά ξέπεσε.
Ετυμολογία
τζάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀτζάκι(ν) (όψιμη μεσαιωνική) με σίγηση του αρχικού φωνήεντος < οθωμανική τουρκική اوجاق (τουρκική ocak, προφορά /oˈd͡ʒak/) < πρωτοτουρκική *(h)ōtčak / *ōtčuk (τζάκι) < *(h)ōt (φωτιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζάκι | τζάκια |
| Γενική | τζακιού | τζακιών |
| Αιτιατική | τζάκι | τζάκια |
| Κλητική | τζάκι | τζάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →