Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζάκι

/ˈd͡za.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο τμήμα του τζακιού που περιβάλλει το χώρο όπου καίει η φωτιά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη αρχοντική, σημαντική οικογένεια, ευγενική καταγωγή Βικιλεξικό
    • Aυτή που βλέπεις είναι από μεγάλο τζάκι της περιοχής, αλλά ξέπεσε.

Ετυμολογία

τζάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀτζάκι(ν) (όψιμη μεσαιωνική) με σίγηση του αρχικού φωνήεντος < οθωμανική τουρκική اوجاق (τουρκική ocak, προφορά /oˈd͡ʒak/) < πρωτοτουρκική *(h)ōtčak / *ōtčuk (τζάκι) < *(h)ōt (φωτιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζάκιτζάκια
Γενικήτζακιούτζακιών
Αιτιατικήτζάκιτζάκια
Κλητικήτζάκιτζάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →