τιμητική
•
- εκδήλωση που πραγματοποιείται προκειμένου να τιμηθεί κάποιος Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςάδεια που χορηγείται σε στρατιώτη για την προσφορά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμητική < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τιμητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμητική | τιμητικές |
| Γενική | τιμητικής | τιμητικών |
| Αιτιατική | τιμητική | τιμητικές |
| Κλητική | τιμητική | τιμητικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →