τιμητικός
•
- που πραγματοποιείται ή υφίσταται για να αποδοθεί τιμή σε κάποιον Βικιλεξικό
- Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θέμα, 29/06/2026 https://www.protothema.gr/greece/article/1842675/episkopos-andidon-o-arhimandritis-isidoros-katsos/)
- που δείχνει ή φανερώνει τιμή ή εκτίμηση προς κάποιον Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτιμητική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμητικός < ελληνιστική κοινή τιμητικός (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική τιμητικός < τιμάω / τιμῶ ( (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική d’honneur)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμητικός | τιμητική | τιμητικό |
| Γενική | τιμητικού | τιμητικής | τιμητικού |
| Αιτιατική | τιμητικό | τιμητική | τιμητικό |
| Κλητική | τιμητικέ | τιμητική | τιμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμητικοί | τιμητικές | τιμητικά |
| Γενική | τιμητικών | τιμητικών | τιμητικών |
| Αιτιατική | τιμητικούς | τιμητικές | τιμητικά |
| Κλητική | τιμητικοί | τιμητικές | τιμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →