τιτλοφορώ
•
- γράφω έναν τίτλο και τον αποδίδω σε κάποιο γραπτό, βιβλίο, έργο τέχνης κ.λπ. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχαρακτηρίζω, αποκαλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιτλοφορώ < τίτλος + -ο- + -φορώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intituler )
Άλλοι τύποι
τιτλοφορούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →