τιτλοφόρηση
•
- ονοματοδοσία Βικιλεξικό
- η (κατα)γραφή του ονόματος σε ή για κάτι Βικιλεξικό
- η απονομή τιμητικού τίτλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιτλοφόρηση < τιτλοφορη- (τιτλοφορώ) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιτλοφόρηση | τιτλοφορήσεις |
| Γενική | τιτλοφόρησης | τιτλοφορήσεων |
| Αιτιατική | τιτλοφόρηση | τιτλοφορήσεις |
| Κλητική | τιτλοφόρηση | τιτλοφορήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →