τοξεύω
•
- ρίχνω τόξο, στοχεύω κάποιον ή κάτι με το τόξο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοξεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τοξεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοξεύω | τοξεύεις | τοξεύει | τοξεύουμε | τοξεύετε | τοξεύουν / τοξεύουνε |
| Παρατατικός | τόξευα | τόξευες | τόξευε | τοξεύαμε | τοξεύατε | τοξεύαν / τοξεύανε / τόξευαν |
| Αόριστος | τόξεψα | τόξεψες | τόξεψε | τοξέψαμε | τοξέψατε | τοξέψαν / τοξέψανε / τόξεψαν |
| Μέλλοντας | θα τοξέψω / θα τοξεύω | θα τοξέψεις / θα τοξεύεις | θα τοξέψει / θα τοξεύει | θα τοξέψουμε / θα τοξεύουμε | θα τοξέψετε / θα τοξεύετε | θα τοξέψουν / θα τοξέψουνε / θα τοξεύουν / θα τοξεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω τοξέψει | έχεις τοξέψει | έχει τοξέψει | έχουμε τοξέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοξέψει | είχες τοξέψει | είχε τοξέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοξέψει / να τοξέψω / να τοξεύω | να έχεις τοξέψει / να τοξέψεις / να τοξεύεις | να έχει τοξέψει / να τοξέψει / να τοξεύει | να έχουμε τοξέψει / να τοξέψουμε / να τοξεύουμε | να τοξέψετε / να τοξεύετε | να τοξέψουν / να τοξέψουνε / να τοξεύουν / να τοξεύουνε |
| Προστακτική | — | τόξευε / τόξεψε | — | — | τοξέψτε / τοξεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τοξεύθηκατοξεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →