Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπιογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ζωγραφικήζωγράφος που ζωγραφίζει τοπιογραφίες Βικιλεξικό
    • H μακριά λίστα των ζωγράφων που κατέφυγαν στην επικουρία του μέσου … περιλαμβάνει διάσημους τοπιογράφους όπως ... (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου, «Φωτογραφία και τέχνη». Εφημερίδα Η Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες, 14 Ιουνίου 1998, σελ. 2.)
    • Ἡ ἀμόλευτη, ἡ ἁπλή φύση πού τόσο ἀγαποῦν οἱ μοναχοί, οἱ ἐρωτευμένοι, οἱ τοπιογράφοι, οἱ φωτογράφοι, οἱ αὐτόχειρες (Μισέλ Φάις, Aegypius monachus: αφήγημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 30)

Ετυμολογία

τοπιογράφος < τοπί(ο) + -ο- + -γράφος ((απόδοση) γαλλική paysagiste)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπιογράφοςτοπιογράφοι
Γενικήτοπιογράφουτοπιογράφων
Αιτιατικήτοπιογράφοτοπιογράφους
Κλητικήτοπιογράφετοπιογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →