τουαλέτα
•
- ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα Βικιλεξικό
- Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη Βικιλεξικό
- εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου Βικιλεξικό
- Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 https://www.imop.gr/uroinfo-urinary-tract)
- ανδρικές, γυναικείες, δημόσιες τουαλέτες
- η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ) Βικιλεξικό
- η διαδικασία της σωματικής υγιεινής Βικιλεξικό
- θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της
Ετυμολογία
τουαλέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική toilette
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουαλέτα | τουαλέτες |
| Γενική | τουαλέτας | τουαλετών |
| Αιτιατική | τουαλέτα | τουαλέτες |
| Κλητική | τουαλέτα | τουαλέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →