τράκα
•
- οικείοτρακάρισμα, σύγκρουση οχημάτων Βικιλεξικό
- έγινε τράκα στη διασταύρωση
- λαϊκότροποαπόσπαση αγαθού (ή χρηματικού ποσού) μικρής αξίας, χωρίς αντάλλαγμα Βικιλεξικό
- να σου κάνω τράκα ένα τσιγάρο;
- ξερός και δυνατός ήχος Βικιλεξικό
- εντύπωση, εντυπωσιασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τράκα < τρακάρω + -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τράκα | τράκες |
| Γενική | τράκας | — |
| Αιτιατική | τράκα | τράκες |
| Κλητική | τράκα | τράκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →