Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τράπεζα

/ˈtɾa.pe.za/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση Βικιλεξικό
    • τράπεζα προσφορών, Αγία Τράπεζα
  2. θρησκείατο κτίριο της τραπεζαρίας σ' ένα μοναστήρι Βικιλεξικό
  3. οικονομίαπιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων, παραχωρεί δάνεια, διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια για λογαριασμό των πελατών του κ.λπ. Βικιλεξικό
    • οι καταθέσεις του στην τράπεζα εξανεμίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου
  4. συνεκδοχικάτο κτήριο που στεγάζει ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας Βικιλεξικό
    • ο Γιάννης πετάχτηκε στην τράπεζα για κάτι δουλειές
  5. γενικότεραένας τόπος όπου κατατίθενται προς φύλαξη υλικά ή άυλα αγαθά προκειμένου να είναι προσιτά σε μελλοντική ζήτηση Βικιλεξικό
    • τράπεζα αίματος, τράπεζα σπέρματος, τράπεζα θεμάτων για εξετάσεις

Ετυμολογία

τράπεζα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τράπεζα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης. Δείτε και τραπέζι. :* θρησκευτικός όρος < ελληνιστική κοινή :* για τον πιστωτικό οργανισμό < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική bank :* για τη στρογγυλή τράπεζα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική table

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτράπεζατράπεζες
Γενικήτράπεζας / τραπέζηςτραπεζών
Αιτιατικήτράπεζατράπεζες
Κλητικήτράπεζατράπεζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →