τράπεζα
•
- τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση Βικιλεξικό
- τράπεζα προσφορών, Αγία Τράπεζα
- θρησκείατο κτίριο της τραπεζαρίας σ' ένα μοναστήρι Βικιλεξικό
- οικονομίαπιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων, παραχωρεί δάνεια, διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια για λογαριασμό των πελατών του κ.λπ. Βικιλεξικό
- οι καταθέσεις του στην τράπεζα εξανεμίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου
- συνεκδοχικάτο κτήριο που στεγάζει ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας Βικιλεξικό
- ο Γιάννης πετάχτηκε στην τράπεζα για κάτι δουλειές
- γενικότεραένας τόπος όπου κατατίθενται προς φύλαξη υλικά ή άυλα αγαθά προκειμένου να είναι προσιτά σε μελλοντική ζήτηση Βικιλεξικό
- τράπεζα αίματος, τράπεζα σπέρματος, τράπεζα θεμάτων για εξετάσεις
Ετυμολογία
τράπεζα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τράπεζα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης. Δείτε και τραπέζι. :* θρησκευτικός όρος < ελληνιστική κοινή :* για τον πιστωτικό οργανισμό < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική bank :* για τη στρογγυλή τράπεζα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική table
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τράπεζα | τράπεζες |
| Γενική | τράπεζας / τραπέζης | τραπεζών |
| Αιτιατική | τράπεζα | τράπεζες |
| Κλητική | τράπεζα | τράπεζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →