τραυματίζω
•
- προκαλώ τραυματισμό Βικιλεξικό
- Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 https://www.skai.gr/news/greece/sovaros-traymatismos-anilikou-apo-krotida-sto-menidi)
- μεταφορικάπληγώνω ψυχικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραυματίζω < αρχαία ελληνική τραυματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τραυματίζω | τραυματίζεις | τραυματίζει | τραυματίζουμε | τραυματίζετε | τραυματίζουν / τραυματίζουνε |
| Παρατατικός | τραυμάτιζα | τραυμάτιζες | τραυμάτιζε | τραυματίζαμε | τραυματίζατε | τραυμάτιζαν / τραυματίζαν / τραυματίζανε |
| Αόριστος | τραυμάτισα | τραυμάτισες | τραυμάτισε | τραυματίσαμε | τραυματίσατε | τραυμάτισαν / τραυματίσαν / τραυματίσανε |
| Μέλλοντας | θα τραυματίζω / θα τραυματίσω | θα τραυματίζεις / θα τραυματίσεις | θα τραυματίζει / θα τραυματίσει | θα τραυματίζουμε / θα τραυματίσουμε | θα τραυματίζετε / θα τραυματίσετε | θα τραυματίζουν / θα τραυματίζουνε / θα τραυματίσουν / θα τραυματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τραυματίσει | έχεις τραυματίσει | έχει τραυματίσει | έχουμε τραυματίσει | έχετε τραυματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τραυματίσει | είχες τραυματίσει | είχε τραυματίσει | είχαμε τραυματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τραυματίσει / να τραυματίζω / να τραυματίσω | να έχεις τραυματίσει / να τραυματίζεις / να τραυματίσεις | να έχει τραυματίσει / να τραυματίζει / να τραυματίσει | να έχουμε τραυματίσει / να τραυματίζουμε / να τραυματίσουμε | να έχετε τραυματίσει / να τραυματίζετε / να τραυματίσετε | να τραυματίζουν / να τραυματίζουνε / να τραυματίσουν / να τραυματίσουνε |
| Προστακτική | — | τραυμάτιζε / τραυμάτισε | — | — | τραυματίζετε / τραυματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →