Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραχειοτομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου σχετίζεται με την τραχειοτομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραχειοτομικός < τραχειοτομ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχειοτομικόςτραχειοτομικήτραχειοτομικό
Γενικήτραχειοτομικούτραχειοτομικήςτραχειοτομικού
Αιτιατικήτραχειοτομικότραχειοτομικήτραχειοτομικό
Κλητικήτραχειοτομικέτραχειοτομικήτραχειοτομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχειοτομικοίτραχειοτομικέςτραχειοτομικά
Γενικήτραχειοτομικώντραχειοτομικώντραχειοτομικών
Αιτιατικήτραχειοτομικούςτραχειοτομικέςτραχειοτομικά
Κλητικήτραχειοτομικοίτραχειοτομικέςτραχειοτομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →