τραχειοτομικός
•
- ιατρικήπου σχετίζεται με την τραχειοτομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραχειοτομικός < τραχειοτομ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχειοτομικός | τραχειοτομική | τραχειοτομικό |
| Γενική | τραχειοτομικού | τραχειοτομικής | τραχειοτομικού |
| Αιτιατική | τραχειοτομικό | τραχειοτομική | τραχειοτομικό |
| Κλητική | τραχειοτομικέ | τραχειοτομική | τραχειοτομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχειοτομικοί | τραχειοτομικές | τραχειοτομικά |
| Γενική | τραχειοτομικών | τραχειοτομικών | τραχειοτομικών |
| Αιτιατική | τραχειοτομικούς | τραχειοτομικές | τραχειοτομικά |
| Κλητική | τραχειοτομικοί | τραχειοτομικές | τραχειοτομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →