τρελέγκω
•
- οικείογυναίκα που φέρεται έξαλλα ή ιδιόρρυθμα, τρελούτσικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρελέγκω < απλογράφηση του τρελαίγκω < τρελαί(νω) + -κω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελέγκω | τρελέγκες |
| Γενική | τρελέγκως | τρελέγκων |
| Αιτιατική | τρελέγκω | τρελέγκες |
| Κλητική | τρελέγκω | τρελέγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →