τρελοκαμπέρω
•
- λαϊκότροπογυναίκα που έχει ζωηρό και απερίσκεπτο χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρελοκαμπέρω < τρελο- + καμπέρω : λιγότερο πιθανές εκδοχές: :# < τρελο- + καμπέρ(ης) ( < (άμεσο δάνειο) τουρκική kamber (σύντροφος, ταίρι) + -ω :# κλητική τρελο- Καμπέρο! προσωνύμιο του Δημητρίου Καμπέρου, αεροπόρου που έκανε ριψοκίνδυνες πτήσεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ετυμολογία αμφισβητείται, καθώς η λέξη ζουρλοκαμπέρω υπάρχει από το 1899.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελοκαμπέρω | τρελοκαμπέρες |
| Γενική | τρελοκαμπέρως | τρελοκαμπέρων |
| Αιτιατική | τρελοκαμπέρω | τρελοκαμπέρες |
| Κλητική | τρελοκαμπέρω | τρελοκαμπέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →