τρομάζω
•
- αμετάβατοκαταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι Βικιλεξικό
- Τρομάζω, όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό
- Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγματα των τροφίμων είναι τα ίδια τους τα σπίτια, τα κρεβάτια τους. (Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- μεταβατικόπροκαλώ τρόμο σε κάποιον, φοβίζω Βικιλεξικό
- Με τρόμαξε η συμπεριφορά σου!
- + ναδυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι Βικιλεξικό
- Τρόμαξε να τα καταφέρει.
Ετυμολογία
τρομάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρομάζω < ελληνιστική κοινή τρομάσσω με βάση το συνοπτικό θέμα τρομαξ-, όπως o αόριστος ετρόμαξα κατά το σχήμα τινάσσω τινάζω-τίναξα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρομάζω | τρομάζεις | τρομάζει | τρομάζουμε | τρομάζετε | τρομάζουν / τρομάζουνε |
| Παρατατικός | τρόμαζα | τρόμαζες | τρόμαζε | τρομάζαμε | τρομάζατε | τρομάζαν / τρομάζανε / τρόμαζαν |
| Αόριστος | τρόμαξα | τρόμαξες | τρόμαξε | τρομάξαμε | τρομάξατε | τρομάξαν / τρομάξανε / τρόμαξαν |
| Μέλλοντας | θα τρομάζω / θα τρομάξω | θα τρομάζεις / θα τρομάξεις | θα τρομάζει / θα τρομάξει | θα τρομάζουμε / θα τρομάξουμε | θα τρομάζετε / θα τρομάξετε | θα τρομάζουν / θα τρομάζουνε / θα τρομάξουν / θα τρομάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρομάξει | έχεις τρομάξει | έχει τρομάξει | έχουμε τρομάξει | έχετε τρομάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρομάξει | είχες τρομάξει | είχε τρομάξει | είχαμε τρομάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρομάξει / να τρομάζω / να τρομάξω | να έχεις τρομάξει / να τρομάζεις / να τρομάξεις | να έχει τρομάξει / να τρομάζει / να τρομάξει | να έχουμε τρομάξει / να τρομάζουμε / να τρομάξουμε | να έχετε τρομάξει / να τρομάζετε / να τρομάξετε | να τρομάζουν / να τρομάζουνε / να τρομάξουν / να τρομάξουνε |
| Προστακτική | — | τρόμαζε / τρόμαξε | — | — | τρομάζετε / τρομάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →