τρυπώ
•
- ανοίγω τρύπα σε κάποιο μέρος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- αποκτώ τρύπα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφθείρω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητσιμπώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάενοχλώ, πληγώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυπώ < αρχαία ελληνική τρυπάω / τρυπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρυπάω / τρυπώ | τρυπάς | τρυπά / τρυπάει | τρυπάμε / τρυπούμε | τρυπάτε | τρυπάν / τρυπάνε / τρυπούν / τρυπούνε |
| Παρατατικός | τρυπούσα / τρύπαγα | τρυπούσες / τρύπαγες | τρυπούσε / τρύπαγε | τρυπάγαμε / τρυπούσαμε | τρυπάγατε / τρυπούσατε | τρυπάγανε / τρυπούσαν / τρυπούσανε / τρύπαγαν |
| Αόριστος | τρύπησα | τρύπησες | τρύπησε | τρυπήσαμε | τρυπήσατε | τρυπήσαν / τρύπησαν |
| Μέλλοντας | θα τρυπάω / θα τρυπήσω / θα τρυπώ | θα τρυπάς / θα τρυπήσεις | θα τρυπά / θα τρυπάει / θα τρυπήσει | θα τρυπάμε / θα τρυπήσουμε / θα τρυπούμε | θα τρυπάτε / θα τρυπήσετε | θα τρυπάν / θα τρυπάνε / θα τρυπούν / θα τρυπούνε |
| Υποτακτική | να τρυπάω / να τρυπήσω / να τρυπώ | να τρυπάς / να τρυπήσεις | να τρυπά / να τρυπάει / να τρυπήσει | να τρυπάμε / να τρυπήσουμε / να τρυπούμε | να τρυπάτε / να τρυπήσετε | να τρυπάν / να τρυπάνε / να τρυπούν / να τρυπούνε |
| Προστακτική | — | τρύπα / τρύπαγε / τρύπησε | — | — | τρυπάτε / τρυπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →