τρυφηλός
•
- αυτός που αρέσκεται στην χλιδή και στην καλοπέραση Βικιλεξικό
- Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
- αυτός που δεν έχει σκληραγωγηθεί, ο μαλθακός Βικιλεξικό
- κάτι το απολαυστικό, το πλουσιοπάροχο Βικιλεξικό
- οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
Ετυμολογία
τρυφηλός < τρυφή + -ηλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυφηλός | τρυφηλή | τρυφηλό |
| Γενική | τρυφηλού | τρυφηλής | τρυφηλού |
| Αιτιατική | τρυφηλό | τρυφηλή | τρυφηλό |
| Κλητική | τρυφηλέ | τρυφηλή | τρυφηλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυφηλοί | τρυφηλές | τρυφηλά |
| Γενική | τρυφηλών | τρυφηλών | τρυφηλών |
| Αιτιατική | τρυφηλούς | τρυφηλές | τρυφηλά |
| Κλητική | τρυφηλοί | τρυφηλές | τρυφηλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →