Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσέτουλα

/ˈt͡se.tu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κομμάτι ξύλου όπου χάραζαν με εγκοπές τις αγορές επί πιστώσει, τα χρέη των πελατών Βικιλεξικό
    • Ἐάν τὰ σύμβολα καὶ αἱ ἐγκοπίδες δὲν συμφωνοῦν μετ’ ἀλλήλων […] Εάν εἷς τῶν διαδίκων δὲν θέλῃ νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ξύλον του, ἔχει ἰσχὺν τὸ ἐπιδειχθέν. […] Σύμβολον καὶ ἐγκοπίς εἶναι ἡ γνωστὴ εἰς τοὺς ἀρτοπώλας καὶ λαχανοπώλας τσέτουλα -ὅταν τὰ δύο τεμάχια δὲν συμφωνοῦν, τότε ἡ νόθευσις εἶναι φανερά
  2. λαϊκότροποσημάδι, κοψιά, εγκοπή (για λογιστική χρήση, για τήρηση λογαριασμών) Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποαγορά με πίστωση· λογαριασμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσέτουλα: πιθανό αντιδάνειο < (άμεσο δάνειο) βενετική cetola / zetola (ιταλικά cedola) < υστερολατινική schedula υποκοριστικό για την λατινική scheda / scida (φύλλο χαρτιού, παπύρου) < ελληνιστική κοινή σχίδα (σχίζα, πελεκούδι) < αρχαία ελληνική σχίζω Ή κατά μία άποψη, το λατινικό scida < θέμα ρήματος scindere (σκίζω, χωρίζω), οπότε το τσέτουλα δεν έχει ελληνική αρχή, αλλά έγινε παρασύνδεση προς το σχίδα. Στα ιταλικά (και στις ιταλικές διαλέκτους) αποκτά τη σημασία: φύλλο χαρτιού ή ξύλου όπου σημείωνε ο καταστηματάρχης τις οφειλές των πελατών.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσέτουλατσέτουλες
Γενικήτσέτουλας—
Αιτιατικήτσέτουλατσέτουλες
Κλητικήτσέτουλατσέτουλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τσέτουλα

/ˈt͡se.tu.la/επίρρημα
•
  1. χωρίς πληρωμή, χωρίς να πληρώσω, δωρεάν (το ουσιαστικό τσέτουλα ως επίρρημα) ) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχάλια (από οικονομική άποψη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσέτουλα: πιθανό αντιδάνειο < (άμεσο δάνειο) βενετική cetola / zetola (ιταλικά cedola) < υστερολατινική schedula υποκοριστικό για την λατινική scheda / scida (φύλλο χαρτιού, παπύρου) < ελληνιστική κοινή σχίδα (σχίζα, πελεκούδι) < αρχαία ελληνική σχίζω Ή κατά μία άποψη, το λατινικό scida < θέμα ρήματος scindere (σκίζω, χωρίζω), οπότε το τσέτουλα δεν έχει ελληνική αρχή, αλλά έγινε παρασύνδεση προς το σχίδα. Στα ιταλικά (και στις ιταλικές διαλέκτους) αποκτά τη σημασία: φύλλο χαρτιού ή ξύλου όπου σημείωνε ο καταστηματάρχης τις οφειλές των πελατών.

Άλλοι τύποι

τσέτουλατσέτουλαςτσέτουλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →