τσέτουλα
- κομμάτι ξύλου όπου χάραζαν με εγκοπές τις αγορές επί πιστώσει, τα χρέη των πελατών Βικιλεξικό
- Ἐάν τὰ σύμβολα καὶ αἱ ἐγκοπίδες δὲν συμφωνοῦν μετ’ ἀλλήλων […] Εάν εἷς τῶν διαδίκων δὲν θέλῃ νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ξύλον του, ἔχει ἰσχὺν τὸ ἐπιδειχθέν. […] Σύμβολον καὶ ἐγκοπίς εἶναι ἡ γνωστὴ εἰς τοὺς ἀρτοπώλας καὶ λαχανοπώλας τσέτουλα -ὅταν τὰ δύο τεμάχια δὲν συμφωνοῦν, τότε ἡ νόθευσις εἶναι φανερά
- λαϊκότροποσημάδι, κοψιά, εγκοπή (για λογιστική χρήση, για τήρηση λογαριασμών) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαγορά με πίστωση· λογαριασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσέτουλα: πιθανό αντιδάνειο < (άμεσο δάνειο) βενετική cetola / zetola (ιταλικά cedola) < υστερολατινική schedula υποκοριστικό για την λατινική scheda / scida (φύλλο χαρτιού, παπύρου) < ελληνιστική κοινή σχίδα (σχίζα, πελεκούδι) < αρχαία ελληνική σχίζω Ή κατά μία άποψη, το λατινικό scida < θέμα ρήματος scindere (σκίζω, χωρίζω), οπότε το τσέτουλα δεν έχει ελληνική αρχή, αλλά έγινε παρασύνδεση προς το σχίδα. Στα ιταλικά (και στις ιταλικές διαλέκτους) αποκτά τη σημασία: φύλλο χαρτιού ή ξύλου όπου σημείωνε ο καταστηματάρχης τις οφειλές των πελατών.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσέτουλα | τσέτουλες |
| Γενική | τσέτουλας | — |
| Αιτιατική | τσέτουλα | τσέτουλες |
| Κλητική | τσέτουλα | τσέτουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →