τσίλια
•
- συνήθως στις φράσεις «είμαι στην τσίλια» και «κρατάω τσίλιες» (βλ. εκφράσεις) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική ciglia < ciglio < λατινική cilium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσίλια | τσίλιες |
| Γενική | τσίλιας | — |
| Αιτιατική | τσίλια | τσίλιες |
| Κλητική | τσίλια | τσίλιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →