τσίπα
•
- η πέτσα Βικιλεξικό
- η κρούστα στην επιφάνεια ρευστών ή υγρών (γάλακτος, γιαουρτιού) Βικιλεξικό
- λεπτός λιπώδης υμένας γύρω από τα σπλάχνα ζώου Βικιλεξικό
- λεπτός λιπώδης υμένας στο πρόσωπο νεογέννητων Βικιλεξικό
- τριγωνικόμαντίλι (κυρίως κεφαλομάντιλο) γυναικών, τσεμπέρι Βικιλεξικό
- http://openarchives.gr/view/446618
- μεταφορικάτο φιλότιμο, η ντροπή, η συστολή Βικιλεξικό
- αυτός ο άνθρωπος δεν έχει τσίπα, μας κοροϊδεύει πρώτα και μετά κάνει ότι δε συμβαίνει τίποτα
Ετυμολογία
τσίπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσίπα < σλαβικής προέλευσης tsipa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσίπα | τσίπες |
| Γενική | τσίπας | — |
| Αιτιατική | τσίπα | τσίπες |
| Κλητική | τσίπα | τσίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →