Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξετσίπωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ντρέπεται καθόλου, που «δεν έχει καθόλου τσίπα» Βικιλεξικό
    • Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ ἀβγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Ετυμολογία

ξετσίπωτος < ξετσιπώνομαι + -τος < τσίπα < μεσαιωνική ελληνική τσίπα < σλαβικής προέλευσης tsipa

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξετσίπωτοςξετσίπωτή / ξετσίπωτηξετσίπωτο
Γενικήξετσίπωτουξετσίπωτηςξετσίπωτου
Αιτιατικήξετσίπωτοξετσίπωτηξετσίπωτο
Κλητικήξετσίπωτεξετσίπωτηξετσίπωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξετσίπωτοιξετσίπωτεςξετσίπωτα
Γενικήξετσίπωτωνξετσίπωτωνξετσίπωτων
Αιτιατικήξετσίπωτουςξετσίπωτεςξετσίπωτα
Κλητικήξετσίπωτοιξετσίπωτεςξετσίπωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →