Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσίτσα

/ˈt͡si.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποείδος ξύλινου φλασκιού για κρασί Βικιλεξικό
    • σήκωσε τὴν τσίτσα καὶ τράβηξε δυὸ ρουφηξιές (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918, κεφάλαιο 5)
  2. λαϊκότροποκοφίνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσίτσα < μάλλον από τη σλαβικής προέλευσης tsitsa. Συγγενές το βουλγαρικό цица (tsitsa, στήθος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσίτσατσίτσες
Γενικήτσίτσας—
Αιτιατικήτσίτσατσίτσες
Κλητικήτσίτσατσίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →