τσίτσα
•
- λαϊκότροποείδος ξύλινου φλασκιού για κρασί Βικιλεξικό
- σήκωσε τὴν τσίτσα καὶ τράβηξε δυὸ ρουφηξιές (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918, κεφάλαιο 5)
- λαϊκότροποκοφίνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσίτσα < μάλλον από τη σλαβικής προέλευσης tsitsa. Συγγενές το βουλγαρικό цица (tsitsa, στήθος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσίτσα | τσίτσες |
| Γενική | τσίτσας | — |
| Αιτιατική | τσίτσα | τσίτσες |
| Κλητική | τσίτσα | τσίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →