Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαχπίνης

/tsaxˈpi.nis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόναζιάρης, σκερτσόζος, ερωτιάρης Βικιλεξικό
    • Η Ευγενία, όταν τον είδε εκείνη τη μοιραία Τετάρτη να έρχεται τσαχπίνης και φρεσκοπλυμένος, ξαφνικά μετάνιωσε για την προδοσία της. Καταλάβαινε ότι όπου να 'ναι τελειώνουν όλα. Δεν ήθελε να του κάνει κακό.
    • Παντρεύτηκα στα είκοσι τρία: πήρα το καλύτερο παλικάρι της γειτονιάς, παρόλο που δεν ήμουν ούτε η πιο όμορφη ούτε - η πιο τσαχπίνα. Η πιο τσαχπίνα ήταν η αδερφή μου η Λώρεν (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου, Συγχώρεση: αφήγημα, 2005, σελ.9)
  2. προφορικόκαταφερτζής, κατεργάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τσαχπίνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çapkın (γυναικάς, με μάτια ηδυπαθή) με μετάθεση των σύμφωνων [pk > kp] και ανομοίωση στην προφορά τους [kp > xp]

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαχπίνηςτσαχπίνατσαχπίνικο
Γενικήτσαχπίνητσαχπίναςτσαχπίνικου
Αιτιατικήτσαχπίνητσαχπίνατσαχπίνικο
Κλητικήτσαχπίνητσαχπίνατσαχπίνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσαχπίνηδεςτσαχπίνεςτσαχπίνικα
Γενικήτσαχπίνηδων—τσαχπίνικων
Αιτιατικήτσαχπίνηδεςτσαχπίνεςτσαχπίνικα
Κλητικήτσαχπίνηδεςτσαχπίνεςτσαχπίνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →