τσιμπάω
•
- πιέζω με ένα μυτερό όργανο Βικιλεξικό
- τον τσίμπησε με τον διαβήτη
- πιέζω κάτι με δυο δάχτυλα ώστε να προξενήσω πόνο Βικιλεξικό
- τόσο πολύ τον τσίμπησαν που ήρθε κατακόκκινος!
- μεταφορικάτρώω κάτι στα γρήγορα Βικιλεξικό
- πάω να τσιμπήσω κάτι κι έρχομαι
- για έντοματρυπώ με το κεντρί Βικιλεξικό
- οι μύγες τσιμπούν, φαίνεται πως θα βρέξει
- μην παίζεις με τις σφήκες γιατί θα σε τσιμπήσουν
- για πουλιάτρώω κάτι με το ράμφος Βικιλεξικό
- τα περιστέρια έρχονται και τσιμπάνε τις ψίχες που τους πετάω
- για ψάριαδαγκώνω το δόλωμα μιας πετονιάς με το στόμα Βικιλεξικό
- έχει ψάρι, τσιμπάει;
- (μεταφορικά) παρασύρομαι από κάτι παραπλανητικό
- (μεταφορικά) ανταποκρίνομαι σε φλερτ ή ερωτικό κάλεσμα
- μεταφορικάβρίσκω κάποιον τη στιγμή που κάνει κάτι (συνήθως παράνομο) Βικιλεξικό
- τον τσίμπησε η αστυνομία τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κάνει τη διάρρηξη
- τον τσίμπησα καθώς αντέγραφε από τον διπλανό του
- μεταφορικάαυξάνω λίγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσιμπάω < τσιμπ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσιμπῶ < *τσιμπίζω < *ἐξεμπίζω < *ἐμπίζω < αρχαία ελληνική ἐμπίς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσιμπάω / τσιμπώ | τσιμπάς | τσιμπά / τσιμπάει | τσιμπάμε / τσιμπούμε | τσιμπάτε | τσιμπάν / τσιμπάνε / τσιμπούν / τσιμπούνε |
| Παρατατικός | τσίμπαγα / τσιμπούσα | τσίμπαγες / τσιμπούσες | τσίμπαγε / τσιμπούσε | τσιμπάγαμε / τσιμπούσαμε | τσιμπάγατε / τσιμπούσατε | τσίμπαγαν / τσιμπάγανε / τσιμπούσαν / τσιμπούσανε |
| Αόριστος | τσίμπησα | τσίμπησες | τσίμπησε | τσιμπήσαμε | τσιμπήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα τσιμπάω / θα τσιμπήσω / θα τσιμπώ | θα τσιμπάς / θα τσιμπήσεις | θα τσιμπά / θα τσιμπάει / θα τσιμπήσει | θα τσιμπάμε / θα τσιμπήσουμε / θα τσιμπούμε | θα τσιμπάτε / θα τσιμπήσετε | θα τσιμπάν / θα τσιμπάνε / θα τσιμπούν / θα τσιμπούνε |
| Υποτακτική | να τσιμπάω / να τσιμπήσω / να τσιμπώ | να τσιμπάς / να τσιμπήσεις | να τσιμπά / να τσιμπάει / να τσιμπήσει | να τσιμπάμε / να τσιμπήσουμε / να τσιμπούμε | να τσιμπάτε / να τσιμπήσετε | να τσιμπάν / να τσιμπάνε / να τσιμπούν / να τσιμπούνε |
| Προστακτική | — | τσίμπα / τσίμπαγε / τσίμπησε | — | — | τσιμπάτε / τσιμπήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τσιμπήθηκατσιμπιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →