Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυπικαριό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείαχώρος φύλαξης του τυπικού κι άλλων εκκλησιαστικών βιβλίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τυπικαριό < τυπικάρης + -αριό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυπικαριότυπικαριά
Γενικήτυπικαριούτυπικαριών
Αιτιατικήτυπικαριότυπικαριά
Κλητικήτυπικαριότυπικαριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →