τυπικαριό
•
- θρησκείαχώρος φύλαξης του τυπικού κι άλλων εκκλησιαστικών βιβλίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπικαριό < τυπικάρης + -αριό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπικαριό | τυπικαριά |
| Γενική | τυπικαριού | τυπικαριών |
| Αιτιατική | τυπικαριό | τυπικαριά |
| Κλητική | τυπικαριό | τυπικαριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →