τυπικό
•
- γραμματικήτο κομμάτι της γραμματικής το οποίο έχει ως ασχολία τους τύπους των λέξεων, δηλαδή την κλίση των ουσιαστικών, των αντωνυμιών, των αριθμητικών και των ρημάτων Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςτα λειτουργικά βιβλία τα οποία ορίζουν οτιδήποτε αφορά την πραγματοποίηση των ιερών ακολουθιών της εκκλησίας Βικιλεξικό
- το τυπικό της Καθολικής Εκκλησίας, το Ορθόδοξο τυπικό
- Οι Ουνίτες τηρούν το βυζαντινό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ετυμολογία
τυπικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τυπικός :* για τον εκκλησιαστικό όρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυπικόν (συνήθως με κεφαλαίο Τυπικόν)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπικό | τυπικά |
| Γενική | τυπικού | τυπικών |
| Αιτιατική | τυπικό | τυπικά |
| Κλητική | τυπικό | τυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →